Χόρτα που απαντώνται μόνο στη Μάνη ή αλλού για πίτες ή ομελέτες ή κρέας

 Πετσινιάγκας
 Κεφαλάκια ή γουλάκια: «Εκεί που ο γάιδαρος ψοφάει από πείνα οι Μανιάτες κάτι θα βρουν να φάνε» διαβάζω στο βιβλίο της Κατερίνας Εξαρχουλέα – Γεωργιλέα «Γεύσεις Μάνης» (εκδ. Αδούλωτη Μάνη). Είναι γεγονός. Οι πλαγιές της Μάνης θρέφουν εδώ και αιώνες τους Μανιάτες και με τα χόρτα τους. Τα κεφαλάκια – τα λένε επίσης γουλάκια ή κεφαλούνια – είναι άγρια χόρτα που φυτρώνουν στη Δυτική Μέσα Μάνη και, λίγο προτού ανθίσουν, τα μαζεύουν. Τα βράζουν, όχι παραπάνω από 10 λεπτά, και τα ρίχνουν στο τηγάνι μαζί με χτυπημένα αβγά, φτιάχνοντας μια ομελέτα με χόρτα.
Πιτσινιάγκοι: Όσο κι αν ψάξετε στο διαδίκτυο, δεν θα τους βρείτε.(εκτός βέβαια από το www.manivoice.grόπου θα το βρείτε εδώ) Πρόκειται για ένα είδος κίτρινων ασφόδελων – βολβώδη φυτά, παινεμένα από τους γιατρούς της αρχαιότητας, που συναντάμε στη μανιάτικη βλάστηση. Θεόφραστος και Διοσκουρίδης αναφέρονται στις παρόμοιες με καρότου ρίζες τους λέγοντας ότι έχουν θεραπευτικές ιδιότητες, αλλά αυτή την εποχή τρώγονται και οι βλαστοί τους, αφού καθαριστούν από τα φύλλα και το εξωτερικό τους περίβλημα. Ζεματίζονται για 2-3 λεπτά, αλευρώνονται και τηγανίζονται, για να καταλήξουν, με την προσθήκη αβγών, να δώσουν μια γευστική ομελέτα.
 Μαζεύοντας οβριές και σπαράγγια στο Ταίναρο (Κριτίρι) με τη θεία Κάσσαινα   Η θεία Κάσσαινα μαζεύει σπαράγγια και οβριές κοντά στο ναό του Ποσειδώνος. Τα χόρτα αυτά είναι το φαγητό της εποχής αυτής στη Μάνη. Την άνοιξη όλα ανθίζουν και όλα λάμπουν και η κυρά Κάσσαινα καθώς μαζεύει μας λέει: “Κορώνια μου τούτος ο άγριος και φτωχός τόπος είναι ιερός, μπορούμε να ζήσουμε και με τα χόρτα της γης, μόνο να τον αγαπάμε, έχει ο θεός για όλους”.  
Κουκουλόπιτα: Τη λένε έτσι στην Κύθνο και είναι μια τυρόπιτα. Αυτή την εποχή που ευδοκιμούν τα φρέσκα κρεμμυδάκια είναι ό,τι πρέπει, διότι, εκτός από φρέσκο, ντόπιο ανάλατο τυρί, στη γέμισή της βρίσκουμε και κρεμμυδόφυλλα – επίσης αβγά και κανέλα. Αλεύρι, μαγιά, αβγό, ίσως και λίγο γάλα, είναι τα συστατικά της ζύμης, που ανοίγεται σε φύλλο, κόβεται στρογγυλό και κλείνει μέσα του τη γέμιση, σχηματίζοντας ένα μικρό πουγκί. 
Ασκόλυμπροι: Είδος χόρτου, σαν άγρια αγκινάρα, που πρέπει να συλλέξει κανείς αυτή την εποχή, για να πετύχει τους βλαστούς και τα φύλλα τρυφερά, χωρίς σκληρά αγκάθια και με ρίζα μαλακή. Τα νέα φύλλα και οι βλαστοί τους τρώγονται βραστά, είτε μόνα τους είτε με άλλα χόρτα. Οι ρίζες και οι μίσχοι γίνονται σούπες ή μαγειρεύονται με κρέας. Επίσης, μπορούν να γίνουν τουρσί με ξίδι και λάδι. Παρότι τους βρίσκουμε σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, οι Κρητικοί έχουν την πρωτιά και την ειδίκευση στο μαγείρεμά τους. 
Βροβιοί: Πρόκειται για τους βολβούς του μπλε υάκινθου που δύσκολα εντοπίζει κανείς στο φυσικό περιβάλλον τους, καθώς σπανίως τους συναντάμε σε χαμηλό υψόμετρο. Ακόμη πιο σπάνιοι, αλλά και πιο νόστιμοι, είναι οι βολβοί που βγαίνουν δίπλα στη θάλασσα. Αυτή την εποχή μπορεί να τους βρούμε και ανθισμένους. Βροβιοί λέγονται οι βολβοί στην Κρήτη, ενώ υπάρχουν άνθρωποι που σκαρφαλώνουν με ένα σκαπτικό εργαλείο στις πλαγιές των βουνών για να σκάψουν ως και 40 πόντους κάτω από την επιφάνεια και να φέρουν τους άγριους στην αγορά. Αυτοί που τους καταναλώνουν συνήθως κατά τη νηστεία της Σαρακοστής κάτι ξέρουν, διότι σε ένα πιάτο παίρνουν περίπου το ένα δέκατο της απαιτούμενης πρωτεΐνης, πέρα από τη βιταμίνη C και την αιμοκαθαρτική δράση τους.
Κωκώνια: Κάποτε τα παιδιά δεν έβρισκαν τις τσίχλες τους στο περίπτερο, αλλά στους αγρούς. Εκοβαν τα κωκώνια, τα άγρια αγκιναράκια, και φύλαγαν τον οπό που έβγαινε από το κομμένο στέλεχος για δύο ή τρία 24ωρα. Το υγρό αυτό ξεραινόταν αρκετά και μεταμορφωνόταν σε κάτι που μασιόταν και είχε έντονο και ευχάριστο άρωμα.
Πηγή: Manivoice.gr